Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

Ταραντούλα

Στο κύμα μιας επερχόμενης ανυπαρξίας ξεμάκραινε κάθε τόσο. Προχωρούσε σαν τον δεύτερο εαυτό της. Ευχόταν κάθε λίγο να μείνουν μόνο σκέψεις στο τραπέζι. Λίγο κόκκινες, μπλε... πράσινες... Ασημοκέντητες γύρω γύρω σαν ένα μαντίλι. Ύφαινε τον πολύχρωμο ιστό της κλαίγοντας κάθε που ένας άνθρωπος τον διέλυε έτσι ανηλεώς. Μα εκεί... συνέχιζε... έπλεκε σκέψεις, σκεφτόταν πλεκτάνες, τις πεταλούδες να παγιδεύσει.

Κακιά δεν ήταν. Αλλά να, είναι και εκείνη η ανάγκη για επιβίωση στη σκόνη και στη βρωμιά που την έσπρωχνε να υφαίνει μενεξέδες και γιασεμιά και να τα ονομάζει σάλιο και λάσπη. Φοβόταν πολύ τη μοναξιά της και κάθε τόσο τα αναφιλητά από τις γωνίες τρόμαζαν ακόμα και τα θύματα. Ο φόβος είναι κολλητικός άλλωστε. Και έτρεμαν και εκείνα, και τσίριζαν και έκλωθαν τη δική τους μαυρίλα μέχρι να υψωθούν ενάντια στο τέρας της συνείδησης. Επίθεση και κάθε λίγο, αίμα και όνειρα. Φιλοδοξίες που χτύπησαν στο γυαλί της πραγματικότητας και έκοψαν κάθε διάθεση για αγώνα.

Κοιτούσε τις ξεφλουδισμένες ιριδίζουσες στιγμές της. Ένα σώμα είχαν γίνει πια με το τραπέζι. Μεγάλωνε. Ωριμάζει λένε. Σαπίζει έλεγε. Ομορφαίνει λένε. Φθείρεται έλεγε. Στέκεται ανεξάρτητη λένε. Λυγίζει έλεγε. Μα ύφαινε και πάλι υπομονετικά σαν κάτι να περιμένει.... κάτι...  




Δεν υπάρχουν σχόλια: